Πέμπτη, 26 Φεβρουαρίου 2009


Κοπελιά κάνε περήφανους τους γονείς σου


Ωραία. Ακόμα και τα χαμστεράκια μου ο Ρούλης και η Τιτίκα συνεχίζουν να πολλαπλασιάζονται. Το ακριβώς αντίθετο από την αφεντικίνα τους.
Τους την είπα χοντρά προχτές, ε μα πια, η ζωή δεν είναι μόνο σεξ.
Πρέπει να έχουμε και άλλα ενδιαφέροντα. Να βγαίνουμε, να πηγαίνουμε κανένα θέατρο, σινεμά, να ανοίγουμε κανένα βιβλίο.
Μου απάντησαν ότι μέσα στο κλουβί, αν εξαιρέσουμε την ρόδα και το τυρί , δεν έχουν και τίποτα άλλο να κάνουν. Καταλαβαίνω. Και έτσι φτάσαμε το σύνολο εννέα. Εννέα μικροσκοπικά μαλλιαρά ποντικάκια.
Δεν γίνεται αγαπημένες, κάτι πρέπει να κάνουμε.
Όλοι παντρεύονται. Ακόμα και οι παπάδες. Και ο παπά-Νικόλας (της ενορίας μου, μην ψάχνεστε) παντρεμένος είναι, που δεν θα τον έλεγες και Αλέξη Γεωργούλη στην όψη. Έχει καμιά εξηνταριά καλοκαίρια στην πλάτη, την κοιλιά του Πάγκαλου και το βλέμμα του Μητσοτάκη junior. Όποιος κατάλαβε, κατάλαβε. Κάνει και εξορκισμούς. Δεν είναι ρε παιδί μου , πως λέμε τραπεζοϋπάλληλος στο υποκατάστημα της Αγροτικής στο Περιστέρι. Όχι. Είναι ένας τύπος που για επάγγελμα κάθεται εκεί και τρομάζει τους διαόλους. Σηκώνεται το πρωί και πίνει καφέ, δίνει ένα φιλάκι στην σύζυγο και της λέει: «Καλημέρα αγαπημένη, σήμερα έχω ραντεβού με το μωρό της Ρόζμαρυ, μετά έχω να βγάλω κανα δυο Poltergeist από μια βίλα στου Φιλοπάππου και θα επιστρέψω το μεσημεράκι. Θα μου φτιάξεις γεμιστά που τα πεθύμισα?». Αυτό είναι ζευγάρι. Ο γάμος είναι σοβαρή υπόθεση.
Η φίλη μου η Ρένα ακολούθησε την συμβουλή μου. Εφόσον ήταν πεπεισμένη ότι το πρόβλημά της με τους άντρες ήταν ότι είχε τεράστιο στήθος πήγε και το ζύγισε. Πρώτα το ένα και μετά το άλλο. Περίπου ενάμιση κιλό το καθένα. Τρία κιλά όλα. Τώρα το μετράει ως απόβαρο. Λέει πως το καθαρό της βάρος είναι 48 κιλά συν 3 κιλά στήθος. Η φίλη μου η Μαρία από την άλλη έκανε δίαιτα και το έχασε. Τελείως όμως. Και έπεσε. Και δεν ξανασηκώθηκε. Αλλά ούτε αυτές παντρεύτηκαν.
Μια ιδέα θα ήταν να υπήρχαν λίστες γαμπρών στα δημαρχεία. Γιατί όχι?
Πας , περιμένεις λίγο στην ουρά και στο τέλος σου χορηγούν τον γαμπρό. Βέβαια δεν πρέπει να έχεις φοβερές απαιτήσεις. Αγοράζεις γουρούνι στο σακί αλλά δεν πειράζει γιατί όλα τα γουρούνια την ίδια φάτσα έχουνε. Μετά θα θες να σπάσεις το κεφάλι σου εννοείται, ή το δικό του. Υπομονή, όλα θα γίνουνε. Τα στέφανα του γάμου να υπάρχουν στα συγκεκριμένα κεφάλια και μετά βάρα όποιο θες.

Πέμπτη, 19 Φεβρουαρίου 2009



Τα ρούχα

ΜΙΑ ΜΕΡΑ, Η ΟΜΟΡΦΙΑ ΚΑΙ Η ΑΣΧΗΜΙΑ ΣΥΝΑΝΤΗΘΗΚΑΝ σε μιαν ακρογιαλιά. Κι είπαν η μια στην άλλη, «ας κάνουμε μπάνιο στην θάλασσα».
Γδύθηκαν λοιπόν και κολύμπησαν στα νερά. Μετά από λίγο, η Ασχήμια βγήκε στην παραλία, ντύθηκε με τα φορέματα της Ομορφιάς κι έφυγε.
Βγήκε και η Ομορφιά από τη θάλασσα, και δεν βρήκε τα ρούχα της. Ήταν πολύ ντροπαλή για να μείνει γυμνή, έτσι, ντύθηκε με τα φορέματα της Ασχήμιας. Και η Ομορφιά, έφυγε κι αυτή.
Μέχρι σήμερα, άντρες και γυναίκες ξεγελιούνται και παίρνουν την μια για την άλλη.
Εν τούτοις, υπάρχουν μερικοί που έχουν προσέξει τη μορφή της Ομορφιάς και, παρά τα ρούχα της, την αναγνωρίζουν. Και μερικοί που γνωρίζουν τη μορφή της Ασχήμιας και το ρούχο δεν την κρύβει από τα μάτια τους.

Ο Περιπλανώμενος – Kahlil Gibran


Τρίτη, 17 Φεβρουαρίου 2009


Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι

Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι, ρώτησε τον κ. Κ. η κορούλα της οικονόμας του, θα φέρονταν τότε πιο καλά στα μικρά ψαράκια? Σίγουρα αποκρίθηκε εκείνος. Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι θα ‘χτιζαν για τα μικρά ψαράκια στη θάλασσα τεράστια κλουβιά και θα ‘βαζαν μέσα διάφορες τροφές, φυτά καθώς και ζωντανά. Θα φρόντιζαν τα κλουβιά να ‘χουν πάντα καθαρό νερό και γενικά θα τα εφοδίαζαν με διάφορες εγκαταστάσεις υγιεινής. Όταν λόγου χάρη ένα ψαράκι τραυμάτιζε την ουρά του, οι καρχαρίες θα του ‘βαζαν αμέσως έναν επίδεσμο μην τυχόν και ψοφήσει και το χάσουν πριν την ώρα του.
Έπειτα για να μην μελαγχολούν τα ψαράκια θα οργάνωναν κατά διαστήματα στη θάλασσα μεγάλες γιορτές, γιατί τα κεφάτα ψαράκια είναι πιο νόστιμα από τα θλιμμένα. Τούτα τα μεγάλα κλουβιά θα είχαν βέβαια και τα σχολεία τους. Εκεί τα ψαράκια θα μάθαιναν να κολυμπάνε στο στόμα του καρχαρία. Θα ‘πρεπε λόγου χάρη να μάθουν γεωγραφία για να μπορούν να βρίσκουν τους μεγάλους καρχαρίες όταν αυτοί κάπου θα τεμπελιάζουν.
Βέβαια το σπουδαιότερο θα ήταν η ηθική διάπλαση των μικρών ψαριών. Θα τους μάθαιναν ότι για ένα ψαράκι δεν υπάρχει μεγαλύτερη και ωραιότερη αρετή από το να θυσιάζεται πρόθυμα κι ότι όλα τα ψαράκια θα ‘πρεπε να πιστεύουν τυφλά στους καρχαρίες προπαντός όταν αυτοί τους λένε ότι θα φροντίσουν για ένα ωραίο μέλλον. Θα ‘διναν στα ψαράκια να καταλάβουν πως αυτό το ωραίο μέλλον τότε μόνο θα είναι εξασφαλισμένο όταν εκείνα μάθουν να υπακούνε. Τα ψαράκια θα έπρεπε να φυλάγονται από κάθε λογής ταπεινές, εγωιστικές και μαρξιστικές διαθέσεις και αν τύχαινε κανένα από δαύτα να φανερώσει τέτοιες αδυναμίες τ’ άλλα ψαράκια θα ‘πρεπε να τ’ αναφέρουν αμέσως στους καρχαρίες.
Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι θα έκαναν βέβαια αναμεταξύ τους και διάφορους πολέμους για να κυριέψουν ξένα κλουβιά και ξένα ψαράκια. Στους πολέμους αυτούς ο κάθε καρχαρίας θα πολεμούσε με τα δικά του ψαράκια. Θα μάθαιναν στα ψαράκια ότι ανάμεσα σ’ αυτά και στα ψαράκια των άλλων καρχαριών υπάρχει τεράστια διαφορά. Τα ψαράκια θα τους έλεγαν, είναι ως γνωστό βουβά, σωπαίνουν ωστόσο σε ολότελα διαφορετικές γι’ αυτό και είναι αδύνατο να καταλάβει το ένα το άλλο. Σε κάθε ψαράκι που θα σκότωνε μερικά εχθρικά ψαράκια που σωπαίνουν σ’ άλλη γλώσσα, θα καρφίτσωναν κι από ένα παράσημο από φύκι και θα του ‘διναν τον τίτλο του ήρωα.
Αν βέβαια οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι θα είχαν και την δική τους τέχνη. Θα είχαν ωραίους πίνακες που θα παράσταιναν τα δόντια των καρχαριών με θαυμάσια χρώματα, και τα στόματά τους θα ήταν σαν τους κήπους της Βαβυλώνας όπου μπορεί να κάνει κανείς τρελό σεργιάνι. Τα θέατρα στο βυθό θα έδειχναν πως ηρωικά ψαράκια με την μπάντα μπροστά θα ορμούσαν μαγεμένα και νανουρισμένα με τις πιο όμορφες σκέψεις στο στόμα των καρχαριών.
Δεν θα ‘λειπε βέβαια και η θρησκεία αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι. Αυτή θα δίδασκε ότι τα ψαράκια μονάχα στην κοιλιά των καρχαριών θα άρχιζαν να γεύονται την αληθινή ζωή. Εξάλλου αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι όλα τα ψαράκια δεν θα ήταν πια ίσα κι όμοια όπως συμβαίνει σήμερα. Μερικά από δαύτα θα αποχτούσαν αξιώματα και θα τα τοποθετούσαν πάνω από τα άλλα ψαράκια . Όσα μάλιστα είναι λίγο πιο μεγάλα θα είχαν το λεύτερο να τρώνε τα πιο μικρά. Αυτό θα ήταν άλλωστε ευχάριστο για τους καρχαρίες γιατί έτσι εκείνοι δεν θα χρειάζονταν πια παρά να καταπίνουν συχνότερα πιο μεγάλες μπουκιές. Και τα πιο μεγάλα ψαράκια, αυτά που θα είχαν τις ψηλές θέσεις, θα φρόντιζαν για την τάξη ανάμεσα στα ψαράκια, και θα γίνονταν δάσκαλοι, αξιωματικοί και μηχανικοί στα ψαροκλουβιά.
Κοντολογίς μόνο αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι θα είχαμε πολιτισμό στη θάλασσα.

Ιστορίες του κ. Κοϋνερ - Μπερτολτ Μπρεχτ

Παρασκευή, 13 Φεβρουαρίου 2009


ΣΤΑ ΜΠΑΡ

Η αγαπημένη μου βγαίνει τα βράδια και πηγαίνει μόνη της στα μπαρ. Εγώ μένω στο σπίτι, ταΐζω τον σκύλο, διαβάζω βιβλία με ζωγραφιές και την περιμένω.


Αυτοί που μπαινοβγαίνουν στα μπαρ λένε κάθε βράδι στον εαυτό τους «δεν θα ξαναπάμε», κλαίνε κρυφά πριν κοιμηθούν και την άλλη μέρα τους ξαναβλέπεις πάλι στην θέση τους.
Εκεί νομίζω πως όλοι γρατζουνάνε, άλλος τον εαυτό του, άλλος τον διπλανό του και συνήθως όλοι μονολογούν χωρίς να ακούγονται ή να ακούν. Το μπαρ είναι μια ενδοχώρα κατεξοχήν αντιερωτική.


[………………………………………………………………..]


Τα ποτά στα μπαρ είναι χρωματιστά σαν χαρτοπόλεμος τις απόκριες.
Στο μπαρ υπάρχει ένα αφεντικό το οποίο εισπράττει το αντίτιμο της αναμονής των πελατών στην αίθουσα, κάτι σαν διόδια. Αυτός είναι ο έμπορος της ιστορίας ή μεταπράτης και συνήθως περνάει καλύτερα από τους άλλους. Σε αντάλλαγμα οι πελάτες λαμβάνουν μαζί με το ποτό τους και μια παράταση χρόνου από το κάτι που τους βασανίζει και το κουβαλούν σαν σκόνη στις φορεσιές τους και στα ρούχα τους επάνω.


Η αγαπημένη μου κάθεται σε ένα σκαμνί και κοιτάζει τον κόσμο από ψηλά. Άλλες φορές ακούει χαριτωμένα πράματα και χαμογελάει. Τότε για πρώτη φορά , σηκώνονται στον ύπνο μου γέρικα πουλιά.


Στο μπαρ συντελείται μια μίξη, μια μεταλλαγή. Οι ανώνυμοι θαμώνες γίνονται επώνυμοι και οι επώνυμοι ανώνυμοι. Αυτός που κερδίζει σε όλες τις περιπτώσεις είναι ο μπουφετζής.


Καμιά γνωστός μας πελάτης φέρνει στην αγαπημένη μου λουκουμάδες με μέλι από το μαγαζί της απέναντι γωνίας, τρώνε και χαίρονται. Στο μπαρ δεν πουλάνε ζαχαρωτά.


Οι πελάτες χρίζονται σε τρεις κατηγορίες : α) Σ’ αυτούς που βλέπεις κάθε βράδι. β) Σ’ αυτούς που βλέπεις μία στις τόσες. γ) Σ’ αυτούς που δεν τους βλέπεις καθόλου. Οι τελευταίοι έχουν το μεγαλύτερο ενδιαφέρον.


Κάθε φυγή στα μπαρ είναι και μια καθημερινή αυτοκτονία, ένας εξαφανισμός, ένας αφανισμός.


Οι αυθεντικές απογνώσεις ποτέ δεν φτάνουν εκεί. Τουλάχιστον στα μέρη που ξέρω εγώ. Οι αυθεντικές απογνώσεις κλειδώνονται στην κάμαρά τους.


Στην Αθήνα δεν έχουμε ζωολογικό κήπο και γι’ αυτό όλο και περισσότεροι άνθρωποι συχνάζουν σ’ αυτά τα μαγαζιά.


Τα μπαρ είναι σαν τον ζωολογικό κήπο, πηγαίνεις εκεί για να δεις τους άλλους πίσω από τα κάγκελά τους και να ξεχάσεις τις δικές σου σιδεριές. Αυτό το δεύτερο είναι πολύ δύσκολο και γι’ αυτό υπάρχουν οι καθρέφτες που όμως δεν τους χρησιμοποιούν οι θαμώνες σωστά.


Τα μπαρ έχουν χαμηλό φωτισμό και πολλούς καθρέφτες. Ο καθρέφτης εν τέλει είναι ένα εύκολο και σχετικά φτηνό τέχνασμα για να ξεγελιούνται οι ωραιοπαθείς κατά κανόνα πελάτες και να μην βλέπουν το περιβάλλον και τον εαυτό τους.


Ο ζωολογικός κήπος είναι ο πιο θλιμμένος κήπος του κόσμου. Για ορισμένα είδη ζώων λένε πως δεν μπορούν να αναπαραχθούν στο ζωολογικό κήπο. Κάτι άλλα, ακόμη πιο πεισματάρικα, αρνούνται να πάρουν τροφή και αυτοκτονούν.


[………………………………………………]


Στα μπαρ που ξέρω, η πιο όμορφη στιγμή είναι όταν αδειάζει το μαγαζί, σβήνουν τα φώτα και κλείνουν οι πόρτες. Το πράμα τότε αρχίζει να ανασηκώνεται μοναχό του στον αέρα και να ταξιδεύει μαζί με τα τραπέζια και τις καρέκλες του στο δρόμο έξω και στο μεγάλο τριγύρω στερέωμα.

Λευτέρης Ξανθόπουλος

Τετάρτη, 4 Φεβρουαρίου 2009

ΤΟ ΟΝ


Ένας Κινέζος σοφός περιδιαβάζει με τον μαθητή του.

Περνούν ένα γεφύρι. "Ποιά είναι η ουσία (ή το είναι) του γεφυριού"?

ρωτάει ο μαθητευόμενος φιλόσοφος.

Ο δάσκαλός του τον κοιτάει και με μια σπρωξιά τον ρίχνει στο ποτάμι.


"Φιλο-σοφικά Αν-έκδοτα" Κώστας Αξελός

Kατάδυση


Έξω απ’ την πόρτα του
σπιτιού μου ένας αστερίας
μου έφραξε τον δρόμο
«Μα εδώ είναι θάλασσα»

Αλήθεια αλλιώς γιατί
είχε τόσο αλάτι το ψωμί μου
κι ο θόρυβος του ποτηριού μου τι ήταν
παρά άμπωτη και πλημμυρίδα

Βρήκα το μήνυμα
μες στη μποτίλια του ουίσκι
ύστερα είδα το ναυάγιο όπου
φυτρώναν κιόλας φύκια στο κρεβάτι μου

Τι άλλο έμενε έβγαλα
από την καμινάδα αυτή τη σημαδούρα
κι απ’ το παράθυρό μου μια κίτρινη
σημαία που σήμαινε πανούκλα

Δύο ημέρες
οι γλάροι ξεκόβαν κατά δω
σαν δύτες άπληστοι
στη βυθισμένη λεία

Την τρίτη έλπιζα ακόμη
αλλά ο αστερίας ξαναμίλησε
«Λίγη αξιοπρέπεια επιτέλους»
Σωστά. Αφού μου είχε μείνει να πνιγώ.

Erich Fried