Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2009


ΣΤΑ ΜΠΑΡ

Η αγαπημένη μου βγαίνει τα βράδια και πηγαίνει μόνη της στα μπαρ. Εγώ μένω στο σπίτι, ταΐζω τον σκύλο, διαβάζω βιβλία με ζωγραφιές και την περιμένω.


Αυτοί που μπαινοβγαίνουν στα μπαρ λένε κάθε βράδι στον εαυτό τους «δεν θα ξαναπάμε», κλαίνε κρυφά πριν κοιμηθούν και την άλλη μέρα τους ξαναβλέπεις πάλι στην θέση τους.
Εκεί νομίζω πως όλοι γρατζουνάνε, άλλος τον εαυτό του, άλλος τον διπλανό του και συνήθως όλοι μονολογούν χωρίς να ακούγονται ή να ακούν. Το μπαρ είναι μια ενδοχώρα κατεξοχήν αντιερωτική.


[………………………………………………………………..]


Τα ποτά στα μπαρ είναι χρωματιστά σαν χαρτοπόλεμος τις απόκριες.
Στο μπαρ υπάρχει ένα αφεντικό το οποίο εισπράττει το αντίτιμο της αναμονής των πελατών στην αίθουσα, κάτι σαν διόδια. Αυτός είναι ο έμπορος της ιστορίας ή μεταπράτης και συνήθως περνάει καλύτερα από τους άλλους. Σε αντάλλαγμα οι πελάτες λαμβάνουν μαζί με το ποτό τους και μια παράταση χρόνου από το κάτι που τους βασανίζει και το κουβαλούν σαν σκόνη στις φορεσιές τους και στα ρούχα τους επάνω.


Η αγαπημένη μου κάθεται σε ένα σκαμνί και κοιτάζει τον κόσμο από ψηλά. Άλλες φορές ακούει χαριτωμένα πράματα και χαμογελάει. Τότε για πρώτη φορά , σηκώνονται στον ύπνο μου γέρικα πουλιά.


Στο μπαρ συντελείται μια μίξη, μια μεταλλαγή. Οι ανώνυμοι θαμώνες γίνονται επώνυμοι και οι επώνυμοι ανώνυμοι. Αυτός που κερδίζει σε όλες τις περιπτώσεις είναι ο μπουφετζής.


Καμιά γνωστός μας πελάτης φέρνει στην αγαπημένη μου λουκουμάδες με μέλι από το μαγαζί της απέναντι γωνίας, τρώνε και χαίρονται. Στο μπαρ δεν πουλάνε ζαχαρωτά.


Οι πελάτες χρίζονται σε τρεις κατηγορίες : α) Σ’ αυτούς που βλέπεις κάθε βράδι. β) Σ’ αυτούς που βλέπεις μία στις τόσες. γ) Σ’ αυτούς που δεν τους βλέπεις καθόλου. Οι τελευταίοι έχουν το μεγαλύτερο ενδιαφέρον.


Κάθε φυγή στα μπαρ είναι και μια καθημερινή αυτοκτονία, ένας εξαφανισμός, ένας αφανισμός.


Οι αυθεντικές απογνώσεις ποτέ δεν φτάνουν εκεί. Τουλάχιστον στα μέρη που ξέρω εγώ. Οι αυθεντικές απογνώσεις κλειδώνονται στην κάμαρά τους.


Στην Αθήνα δεν έχουμε ζωολογικό κήπο και γι’ αυτό όλο και περισσότεροι άνθρωποι συχνάζουν σ’ αυτά τα μαγαζιά.


Τα μπαρ είναι σαν τον ζωολογικό κήπο, πηγαίνεις εκεί για να δεις τους άλλους πίσω από τα κάγκελά τους και να ξεχάσεις τις δικές σου σιδεριές. Αυτό το δεύτερο είναι πολύ δύσκολο και γι’ αυτό υπάρχουν οι καθρέφτες που όμως δεν τους χρησιμοποιούν οι θαμώνες σωστά.


Τα μπαρ έχουν χαμηλό φωτισμό και πολλούς καθρέφτες. Ο καθρέφτης εν τέλει είναι ένα εύκολο και σχετικά φτηνό τέχνασμα για να ξεγελιούνται οι ωραιοπαθείς κατά κανόνα πελάτες και να μην βλέπουν το περιβάλλον και τον εαυτό τους.


Ο ζωολογικός κήπος είναι ο πιο θλιμμένος κήπος του κόσμου. Για ορισμένα είδη ζώων λένε πως δεν μπορούν να αναπαραχθούν στο ζωολογικό κήπο. Κάτι άλλα, ακόμη πιο πεισματάρικα, αρνούνται να πάρουν τροφή και αυτοκτονούν.


[………………………………………………]


Στα μπαρ που ξέρω, η πιο όμορφη στιγμή είναι όταν αδειάζει το μαγαζί, σβήνουν τα φώτα και κλείνουν οι πόρτες. Το πράμα τότε αρχίζει να ανασηκώνεται μοναχό του στον αέρα και να ταξιδεύει μαζί με τα τραπέζια και τις καρέκλες του στο δρόμο έξω και στο μεγάλο τριγύρω στερέωμα.

Λευτέρης Ξανθόπουλος

1 σχόλιο: